Η Πάργα βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ηπείρου, στο νομό Πρεβέζης, κοντά στον ποταμό Αχέροντα, την Ηγουμενίτσα και έχοντας απέναντι της τα γραφικά νησιά των Παξών και Αντίπαξων. Είναι ένας εξαιρετικός οικισμός, παραδοσιακός, χτισμένος αμφιθεατρικά με ομορφιά που σπανίζει. Χαρακτηριστική είναι η παρουσία του Ενετικού κάστρου στις παρυφές του οικισμού καθώς και η έντονη επιρροή από την Επτανησιακή αρχιτεκτονική.Το νησάκι της Παναγιάς , τα στενά λιθόστρωτα σοκάκια, τα παραδοσιακά “καντούνια”, οι ολάνθιστες γειτονιές και οι παραδοσιακές ταβέρνες, δίνουν το δικό τους χρώμα στο ειδυλλιακό τοπίο της Πάργας.
Χαρακτηριστικό στοιχείο αποτελούν οι πυκνοί ελαιώνες και τα πολλά οπωροφόρα και άγρια δένδρα.
Από ιστορικής πλευράς, η αρχαία Ύπαργος φένεται να υπήρξε ο αρχαίος οικισμός από τον οποίο προήρθε και το όνομα. To 1337 αναφέρεται η Πάργα σε βυζαντινές πηγές και μάλλον πρόκειτε για τον οικισμό του κάστρου και όχι για τη Παλαιοπάργα στον Πετζοβόλιο. Η δημιουργία της μεσαιωνικής Πάργας του Πετζοβολίου οφείλεται σε Κωνσταντινουπολίτες που κατέφυγαν εκεί κι ίδρυσαν οικισμό χτίζοντας το κάστρο στο Πεντζοβολιό - Καστέλι. Στηριγμένη στον οχυρό βράχο του κάστρου και προστατευμένη από την ευρύχωρη αγκαλιά του Πεντζοβολιού από τα βορειοδυτικά, και σε συνδιασμό με τον οικισμό του κάστρου, ανδρώθηκε και πρόκοψε η Πάργα από τα μεταβυζαντινά χρόνια ως τις μέρες μας.
Η περιοχή της Πάργας πρωτοκατοικήθηκε κατά τα νεολιθικά χρόνια: πέλεκυς που βρέθηκε στον ενετικό Ελαιώνα στο κέντρο της πόλης υποδηλώνει την ανθρώπινη παρουσία. Στην Κύπερη βρέθηκε ένας ηγεμονικός μυκηναϊκός τάφος όπου μαζί με άλλα ευρήματα της ίδιας περιόδου στην ευρύτερη περιοχή, αποτελεί τεκμήριο ύπαρξης ακμαίου μυκηναϊκού οικισμού. Το λείψανο αρχαίου τείχους και ο λιμενοβραχίονας που βρισκόταν στη δυτική μεριά του όρμου του Βάλτου, τα πολυγωνικά τείχη ανάμεσα στην Ανθούσα και Αγία Κυριακή ανάγουν στην αρχαία Τορύνη, στο λιμάνι της οποίος αγκυροβόλησε ο στόλος του Οκτάβιου πριν απ' την ιστορική ναυμαχία του Ακτίου ( 31 μ.Χ.).
Στις βυζαντινές πηγές του 1337, η παλιά Πάργα μνημονεύεται ως μια απ' τις κυριότερες Ηπειρωτικές πόλεις, που αντιμετωπίζει με θάρρος τα γυρίσματα των καιρών. Με τον ερχομό των Οθομανών, οι Παργινοί για να προλάβουν την κατάκτησή απ' τους Τούρκους, υπέγραψαν στις 21 Μαρτίου 1401 συνθήκη με την Βενετία, η οποία καθιστούσε την Πάργα βενετσιάνικη κτήση. Μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) οι Βενετοί έφερα το απόρθητο κάστρο της Πάργας στη σημερινή του μορφή. Η κατάσταση σταθεροποιείται από τα τέλη του 16ου ως τα τέλη του 18ου αιώνα και η Πάργα αναπτύσσεται οικονομικά, γίνεται κέντρο εμπορικό. Η Πάργα σε όλη αυτή την περίοδο θα έχει καθεστώς αυτοδιοίκησης, τελειώνοντας την περίοδο της ελεύθερης ζωής της στις 15 Απριλίου του 1819.
Η Πάργα συμπαρίσταται στους αγώνες του Σουλίου και θα νιώσει επάνω της την απειλητική ανάσα του Αλή πασά. Το 1797 Γάλλοι αντικαθιστούν τους Βενετούς, ενώ το 1815 θα αναγνωριστεί η οθωμανική κυριαρχία πάνω στην Πάργα, η οποία παραχωρείται στον Αλή πασά απ' τον Άγγλο Κυβερνήτη Μαίτλαντ, υπό την προστασία του οποίου τελούσαν τα Επτάνησα. Τη Μεγάλη Παρασκευή 15 Απριλίου του 1819, οι Παργινοί καίνε τους νεκρούς τους και φεύγουν για την Κέρκυρα. Ηπειρώτες από το εσωτερικό της χώρας έρχονται για να καλύψουν τη φυγή των Παργινών οι οποίοι μετά τις 23 Φεβρουαρίου 1913 όπου και ελευθερώθηκε η Πάργα από του Τούρκους.
Το κάστρο
τα βόρεια του λιμανιού βρίσκεται το κάστρο της Πάργας που χτίστηκε το 14ο αιώνα με τη βοήθεια των Νορμανδών. Βρίσκεται στην δεξιά πλευρά της πόλης χτισμένο σε ένα μικρό λόφο. Ανεβαίνοντας τα σοκάκια το τοπίο σε ταξιδεύει σε άλλη εποχή, μέχρι να φτάσεις στο ψηλότερο σημείο όπου από εκεί μπορείς να απολαύσεις μια καταπληκτική θέα, προς την πόλη και την ευρύτερη περιοχή καθώς και προς το Ιόνιο Πέλαγος. Μετά από αλλεπάλληλες καταστροφές πήρε την τελική του μορφή από τους Ενετούς, που έχτισαν μετά το 1571 να είναι απόρθητο. Βορειότερα δεσπόζει το κάστρο του Αλί Πασά χτισμένο σε ψηλό λόφο απ' όπου η θέα κόβει την ανάσα.